Τρεις φίλοι του Καρυωτάκη
Τρεις φίλοι του Κώστα Καρυωτάκη
![]() |
| Κ. Καρυωτάκης - Ν. Καράκαλος στο Παλιό Φάληρο |
Costas Karyotakis three friends
Ο Κώστας Καρυωτάκης αν και δεν έμενε συνέχεια στο ίδιο μέρος καθώς ως δημόσιος υπάλληλος τύχαινε συχνών μεταθέσεων από την γενέτειρα του την Τρίπολη όπου ήταν διορισμένος στη Νομαρχία - κάτι που τον πείραζε και το απέδιδε ότι αναιτίως είχε γίνει "στόχος των ανωτέρων του", διατήρησε τρεις πολύ στενούς φίλους: τους Νίκο Καράκαλο, Άγι Λεβέντη, Χαρίλαο Σακελλαριάδη.
Με τον Νίκο Καράκαλο συναντιόνταν συχνά στην Αθήνα σε βόλτες ως τις παραλίες του Νέου και του Παλιού Φαλήρου. Τους βλέπεις στη φωτογραφία με τα μπαστούνια τους και τα καπελάκια (ρεπούμπλικες) της εποχής, να κάθονται στο καφενεδάκι της παραλίας - τότε έρημης από κόσμο αν δεν ήταν καλοκαίρι.
Με τον Άγι Λεβέντη εξέδιδαν για ένα διάστημα το σατυρικό περιοδικό Η Γάμπα που το έκλεισε η Αστυνομία μετά το έκτο τεύχος άγνωστο γιατί.
Με τον Χαρίλαο Σακελλαριάδη διατηρούσε τακτική αλληλογραφία - μάλιστα ο τελευταίος εξέδωσε την αλληλογραφία τους που περιλαμβάνει επιστολές του Καρυωτάκη σε σκωπτικό και γλαφυρό ύφος ως άρμοζε απευθυνόμενος στον καρδιακό του φίλο. Είχαν συνεργασθεί στη συλλογή "Πελ - Μελ" του Καρυωτάκη και θεωρούνταν επιστήθιοι φίλοι στη ζωή αλλά και στα γράμματα.
Σε κανέναν από τους τρεις δεν κοινοποίησε την απρόσμενη απόφαση του να θέσει τέρμα στη ζωή του τον Ιούλιο του 1928 στην Πρέβεζα, μετά από μια αποτυχημένη του προσπάθεια στη θάλασσα (μαρτυρία σπιτονοικοκυράς του) - κάτι που τεκμηριώνει πως δεν το έκανε από μια απελπισία στιγμής αλλά το είχε προγραμματίσει.
Διπλή Ανάστσις
Φτωχό χωριό δροσόλουστο με τη λευκή θωριά σου!
Μια μέρα σαν και σήμερα, μια μέρα αγιασμένη
περνούσα κι είδα –ωιμέ!– την τόση ομορφιά σου
στα σκότια τ’ άγρια της σκλαβιάς να χάνεται, να σβένει.
Δειλά δειλά εχτύπαγε –θυμάσαι– η καμπάνα.
Όι σκλάβοι σιγολέγανε μέσα στα δάκρυά τους:
«Ω μια Λαμπρή ελεύθερη πότε θα δούμε, Μάνα;»
και με λυγμούς εσμίγανε, οι δόλιοι, τη χαρά τους.
Ένα πρωί το χώμα σου η Λευτεριά πατάει
και τώρα με Παράδεισο μικρό, χωριό μου, μοιάζεις.
Και καμπανούλα σου γοργά και χαρωπά κτυπάει
και μια διπλή Ανάσταση ονειρευτή γιορτάζεις.
«Χριστός ανέστη» ο παπάς στο εκκλησάκι ψάλλει
με μια φωνή π’ ατέλειωτη στους θόλους φτερουγίζει,
«Χριστός ανέστη, βρε παιδιά» φωνάζουνε οι άλλοι
και κάθε μάτι χριστιανού από χαρά δακρύζει.
Κώστας Καρυωτάκης, 1912 - εποχή ταξιδιού στην Κρήτη
Οι παράλληλες δημοσιεύσεις των ποιημάτων σε διαφορετικά περιοδικά
δεν προκαλούν εντύπωση, εφόσον, ως γνωστόν, ο Καρυωτάκης την εποχή αυτή έστελνε τα ποιήματά του συγχρόνως σε διάφορα έντυπα. Το ποίημα «Διπλή ανάστασις» είναι το εμπνευσμένο από τις βαλκανικές νίκες και ειδικότερα από την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Συνδυάζει την κοινότοπη ιδέα της σύνδεσης χριστιανικής και εθνικής ανάστασης και δεν αποκλίνει από τον συνηθισμένο πατριωτικό οίστρο του Καρυωτάκη και των συγχρόνων του
