Στρατηγός Μακρυγιάννης

Ο Μακρυγιάννης οπλαρχηγός, συγγραφέας και ποιητής
Ως μέλος της Φιλικής Εταιρίας από το 1820, ο Μακρυγιάννης στρατολογεί το πρώτο του σώμα και φθάνει στην Αθήνα όπου διορίζεται υποδιοικητής του Κάστρου (της Ακρόπολης) το 1822, με διοικητή τον Ιωάννη Γκούρα και αρχηγό Ανατολικής Ελλάδας τον Οδυσσέα Ανδρούτσο.

 Στο ίδιο χρονικό διάστημα, συμμετέχει ενεργά σε μάχες που έκριναν την εξέλιξη της Επανάστασης του ’21. Εξαιρετικά σημαντική υπήρξε η συμβολή του στην ιστορική για τα αποτελέσματά της μάχη των Μύλων όπου ο Ιμπραήμ Πασάς υπέστη πανωλεθρία και αναγκάστηκε να υποχωρήσει (Ιούνιος 1825).
Το 1826 όταν ο Κιουταχής κατέλαβε την Αθήνα ο Μακρυγιάννης οχυρώθηκε στον Σερπετζέ (Ωδείον Ηρώδη Αττικού) και αντέταξε σθεναρή αντίσταση - όπου μετά από μεγάλο αγώνα κατόρθωσε να αποκρούσει τους επιτιθέμενους και να σώσει την Ακρόπολη. Πολέμησε στην εκστρατεία της Αττικής, στις επιθέσεις της Καστέλλας και του Πειραιά, που είχαν αποτέλεσμα την ήττα των Ελλήνων Απρίλιος 1827 και την παράδοση της Ακρόπολης στους Τούρκους.

Ενώ διαρκούσε ο αγώνας των Ελλήνων κατά των Τούρκων άρχισε ο εσωτερικός κομματικός διχασμός που κατέληξε σε εμφύλιο πόλεμο με οδυνηρά επακόλουθα για την επαναστατημένη Ελλάδα. Ο Μακρυγιάννης πολέμησε και στους δύο εμφυλίους ως αντιπρόσωπος των διοικήσεων.
Επ' ευκαιρία της Εθνικής Επετείου του "Όχι" ας θυμηθούμε και την επέτειο της 25ης Μαρτίου 1821 με ένα απόφθεγμα και ένα ποίημα για την πατρίδα, του οπλαρχηγού της Επανάστασης και συγγραφέα Ιωάννη Μακρυγιάννη:
Ο Μακρυγιάννης ποιητής
Τρεις περδικούλες κάθονταν στο κάστρο της Αθήνας, / είχαν τα νύχια κόκκινα και τα φτερά βαμμένα, / είχαν και τα κεφάλια τους στο αίμα βουτημένα. / Μοιριολογούσαν κι έλεγαν, μοιριολογούν και λένε:

Τρίτη, Τετάρτη χλιβερή, Πέφτη φαρμακωμένη, / Παρασκευή ξημέρωσε, μην έχει ξημερώσει, / που πιάστηκε ο πόλεμος, το Κρητικό ντουφέκι.

Ο Καραϊσκάκης τ' άκουσε, ήταν και θερμασμένος, / και τον σεΐζη του έκραξε και του σεΐζη λέγει: / Σεΐζη, φκιάσε τ' άλογο, βάλ' του και το τακίμι, / κρίν' τε και των συντρόφων μας των καπεταναραίων· / να βγούμ' να πολεμήσουμε στον κάμπο της Αθήνας. Σαν πιάστηκε ο πόλεμος, σκοτίστηκε ο κάμπος, / βαρέθηκε ο αρχηγός και ο Καραϊσκάκης·

Παιδιά μ', να νταγιαντίσετε, να γίνετ' ένα σώμα, / να μη χαθεί η πατρίδα μας, την πάρτε στο λαιμό σας. / Μένα με παν στην Κούλουρη, πέρα στον Αϊ-Δημήτρη, / που είναι παντοτινός γιατρός, αυτός θα με γιατρέψει. /

Πουλάκι πήγε κι έκατσε στου Αϊ-Δημητριού το δέντρο, / δεν ελαλούσε σαν πουλί, ουδέ σα χελιδόνι, / μόν' το δεντρί μαράθηκε απ' τον κελαηδισμό του. / Τον κλαίνε χώρες και χωριά κι όλ' οι καπεταναίοι, / τον κλαιν τα παλικάρια του κι όλος ο ταϊφάς του».

Κάστρο της Αθήνας είναι βέβαια η Ακρόπολη, σεΐζης ο ιπποκόμος, τακίμι τα στολίδια, ενώ το νταγιαντίζω σημαίνει αντέχω. Θερμασμένος, είναι με πυρετό, ταϊφάς, σώμα στρατού, σινάφι.
💮 Πληροφορίες, ζωγραφικά έργα Μακρυγιάννη από ekebi.gr /

"Είναι ζωηρός και άσβεστος ο πόνος της πατρίδας" Ιωάννης Μακρυγιάννης 🔫

Τρεις περδικούλες κάθονταν στο Κάστρο της Αθήνας
είχαν τα νύχια κόκκινα και τα φτερά βαμμένα
είχαν και τα κεφάλια τους στο αίμα βουτηγμένα.

Μοιρολογούσαν κι έλεγαν μοιρολογούν και λένε:
Τρίτη, Τετάρτη θλιβερή,
Πέμπτη φαρμακωμένη, Παρασκευή ξημέρωσε μην να 'χε ξημερώσει
που πιάστηκε ο πόλεμος, το Κρητικό ντουφέκι.

Ο Καραϊσκάκης τ' άκουσε ήταν και θερμασμένος
και τον σεϊζη του έκραξε και του σεϊζη λέει:
Σεϊζη φκιάξε τ' άλογο,
βάλ' του και το τακίμι,
κρίνετε των συντρόφων μας των καπεταναραίων,
να βγούμε να πολεμήσουμε στον κάμπο της Αθήνας.

Σαν πιάστηκε ο πόλεμος, σκοτίστηκε ο κάμπος,
βαρέθηκε ο αρχηγός και ο Καραϊσκάκης.

Παιδιά μου να νταγιαντίσετε,
να γίνετε ένα σώμα
να μη χαθεί η πατρίδα μας
και πάρτε τη στο λαιμό σας.

Μένα με παν στην Κούλουρη πέρα στον Άϊ Δημήτρη
που 'ναι παντοτινός γιατρός αυτός θα με γιατρέψει.

Πουλάκι πήγε κι έκατσε στου Αϊ Δημητριού το δένδρο
δεν ελαλούσε σαν πουλί, ουδέ σα χελιδόνι,
μόνο που το δενδρί μαράθηκε απ' τον κελαηδισμό του.

Τον κλαίνε χώρες και χωριά κι όλοι οι καπεταναίοι,
τον κλαίνε τα παλικάρια του και όλος ο ταϊφάς του.